ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
Αφροδίτη Δερματά
Αφροδίτη Δερματά

Αφροδίτη Δερματά

«Εγώ έχω φάει εβδομήντα τρία παγωτά και έχω κάνει είκοσι επτά μπάνια! Εσυ;»

Το Πάσχα στο χωριό το περιμέναμε πως και πως. Πάσχα σήμαινε ότι η καθημερινότητα μας θα έπαιρνε μια διαφορετική τροπή, ότι θα ξεφεύγαμε  από τα συνηθισμένα και ότι κάπου εκεί στην άκρη παραμόνευε η ελευθερία του επερχόμενου καλοκαιριού. Όλα ξεκινούσαν να αλλάζουν από την πρώτη Παρασκευή των Xαιρετισμών. Η βραδινή λειτουργία της εκκλησίας ήταν για εμάς μοναδική εμπειρία. Η μάχη των κεριών και το μικρό βιβλιαράκι με τους ύμνους.  Μόλις χτυπούσε η καμπάνα ξεκινούσα από το σπίτι, περνούσα έπαιρνα  την φίλη μου και πηγαίναμε μαζί.  Το γεγονός ότι  έξω ήταν σκοτάδι μας εξίταρε και μας προκαλούσε ενθουσιασμό. Μην νομίζεις ότι στην εκκλησία παρακολουθούσαμε ευλαβικά την λειτουργία, ψιλοσυμμετέχαμε στην ψαλμωδία μια στο τόσο παριστάνοντας τις φρόνιμες αλλά την περισσότερη ώρα αναβοσβήναμε τα καφέ κεριά,  λερώναμε τα ρούχα μας από τα κεριά που στάζανε, καίγαμε τα δάχτυλα μας και ενίοτε φούντωνε και καμιά τούφα από τα μαλλιά. Άγιο είχαμε που δεν είχε γίνει η εκκλησία παρανάλωμα του πυρός. 

Αυτές τις μέρες αγωνιούσαμε και για τα δώρα της νονάς.  Τα παπούτσια ειδικά τα περιμέναμε πως και πως. Οι πιο τυχεροί έπαιρναν δερμάτινα ορθοπεδικά πέδιλα από το Μούγιερ, οι  λιγότερο τυχεροί πάνινα από τον  Μανουσάκη. Έπειτα ήταν και η λαμπάδα, τα σοκολατένια αυγά και τα τσουρέκια που γινόταν μάχη με την μάνα μου να μη φάμε διότι νηστεύαμε και πραγματικά ήταν τόσο λατρεμένο το απαγορευμένο. Η πιο δύσκολη μέρα ήταν η μεγάλη Παρασκευή εκεί έπεφτε μεγάλη πείνα. Ούτε λάδι δεν επιτρεπόταν να φάμε κι εμείς μπορεί να είμασταν τα πιο μίζερα πλάσματα στον κόσμο αλλά ειδικά εκείνη την μέρα λιγουρευόμασταν μέχρι και τις μπάμιες. «Μπαίνει μέσα σας ο σατανάς» μας έλεγε η μάνα μου που την τρώγαμε από την γκρίνια. Ευτυχώς η γιαγιά σιγοντάριζε, ήταν με το μέρος μας. «Άσε τα παιδιά να πιούνε λίγο γάλα... παιδιά είναι». Μεγάλο Σάββατο μεσημέρι η γιαγιά, που το μεγαλύτερο άγχος της ζωής της ήταν μήπως και πεθάνουμε από την ασιτία, μόνο μπριζόλες που δεν μας έφτιαχνε και όταν, νουθετημένη από την μάνα μου, πήγαινα να αντισταθώ γιατί δεν ήθελα και να είμαι αμαρτωλή, μου έλεγε «Πάει πέρασε η νηστεία, άκου την καμπάνα.  Έγινε η πρώτη ανάσταση. Μην ακούς την μάνα σου, φάε να καρδαμώσεις που είσαι πετσί και κόκκαλο».

Αν είχαμε φιλοξενούμενους από Αθήνα ήταν μπόνους. Αφενός γιατί γινόταν γλέντι τρικούβερτο αφετέρου γιατί «τσιμπούσα» για δώρο και κανένα καινούργιο μοδάτο φορεματάκι το οποίο ήταν στάνταρ καλοκαιρινό αλλά εγώ βιαζόμουν να το φορέσω για να κάνω την επίδειξη μου. Ήταν το φόρεμα που - με κρύο ή με βροχή - φορούσα το βράδυ της Ανάσταστης αλλά και την Κυριακή του Πάσχα.  Έβαζα λοιπόν λευκό καλσόν και ένα χοντρό φούτερ από μέσα από το φόρεμα για να μην κρυώνω,  και κυκλοφορούσα περιχαρής ανάμεσα από τις σούβλες.

Η εορταστική ατμόσφαιρα έκανε φινάλε  το βράδυ της Ανάστασης. Εκεί βάζαμε τα καλά μας και πηγαίναμε στο Κάψιμο του Ιούδα. Το λιμάνι γέμιζε κόσμο, οι μουσικές ακούγονταν από τα μεγάφωνα και εμείς καθόμασταν έξω από το μαγαζί της γιαγιάς μου και περιμέναμε το μοναδικό θέαμα με τα βεγγαλικά. Το υπερθέαμα ξεκινούσε κι εμείς κοιτούσαμε μαγεμένοι τον ουρανό να χρωματίζεται. Εκείνο το απόγευμα αν είχε καλό καιρό τρώγαμε και το πρώτο μας παγωτό. Ξεκινούσε έτσι το μέτρημα. Μέχρι το τέλος του Μάϊου αν είμασταν τυχεροί θα είχαμε φάει γύρω στα σαράντα και σε λίγο ερχόταν και ο Ιούνιος και μέσα στο μέτρημα θα προσθέταμε και τα μπάνια στην θάλασσα.

«Εγώ έχω φάει εβδομήντα τρία παγωτά και έχω κάνει είκοσι επτά  μπάνια! Εσυ;»

 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

SIMILAR

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ