ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
must έποψη
Δημήτρης Λοττίδης

Δημήτρης Λοττίδης

Το editorial του Δημήτρη Λοττίδη για το τεύχος Αυγούστου.

Η επαφή μου με την Προβηγκία (Provence) έγινε -κάλλιο αργά παρά ποτέ- μέσω των βιβλίων του Peter Mayle, ενός διαφημιστή από τη Μεγάλη Βρετανία, ο οποίος τα παράτησε όλα και μετακόμισε από το Λονδίνο στη νότια επαρχία της Γαλλίας. Το βιβλίο του «A year in Provence» πίσω στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 ήταν για εκατομμύρια ανθρώπους (ξεπέρασε τα δύο εκατ. πωλήσεις) το έναυσμα της επιστροφής στα βασικά στοιχεία της ζωής: Φύση, φαγητό, ποτό, όμορφοι άνθρωποι και θετική ενέργεια. Η προσαρμογή του ανθρώπου στα φυσικά φαινόμενα κατά τη διάρκεια του χρόνου και η ανάπτυξη θετικής ενέργειας γύρω από αυτά μέσω της γαστρονομίας ήταν για τον Mayle το σημείο αναφοράς που άλλαξε μια ολόκληρη εποχή. Μετά τα βιβλία του για την Προβηγκία ο κόσμος από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Πεκίνο άρχισε να βλέπει διαφορετικά τις μεσαιωνικές πέτρες και τα κάστρα του Lacoste και του Gordes, οι τυροκόμοι στις υπαίθριες αγορές από αγρότες έγιναν σε μια μέρα σταρ της γαστρονομίας, τα λινά υφάσματα και τα ψάθινα καπέλα από ρούχα ανάγκης έγιναν statement του στυλ για τις Παριζιάνες που άρχισαν στα ‘90s να καταφθάνουν κατά κύματα για να γευτούν pastis και να βγάλουν φωτογραφίες στο Cucuron, στο Gordes και στο Ménerbes κτυπώντας καθημερινά την πόρτα του σπιτιού του Peter Mayle στο Ménerbes και αλλάζοντας τη ζωή από ήσυχη επαρχιώτικη σε κοσμοπολίτικο εφιάλτη.

Μόνο αν οδηγήσει κάποιος στους δρόμους της Προβηγκίας, θα αντιληφθεί την αρχοντιά των Γάλλων. Μια αρχοντιά που δεν συγκρίνεται με καμία άλλη εξοχή στον κόσμο. Χιλιάδες χιλιόμετρα καλοφτιαγμένων αγροτικών δρόμων όπου στις άκρες η χλόη είναι συμμετρικά κομμένη, οι πινακίδες μικρές με καλλιγραφία, προσαρμοσμένες στο περιβάλλον, και η καθαριότητα εξοργιστική. Spotless! Πουθενά δεν θα δεις σε πρώτο πλάνο βενζινάδικο (τα κρύβουν για να μη χαλούν την αισθητική), πουθενά δεν θα δεις γκαράζ, νέα κτήρια, κάτι που να χαλά το κάδρο, βρε παιδί μου. Και όλα αυτά σε μια περιοχή εξακοσίων τετραγωνικών χιλιομέτρων, όπου εκτείνεται η επαρχία Luberon. Έχω πάει όχι μια φορά στην Τοσκάνη, πέρασα και από το Rioja, οδήγησα στην Πελοπόννησο και στη Μακεδονία. Τίποτα δεν συγκρίνεται σε αρμονία ανθρώπου και περιβάλλοντος, ηρεμία, αισθητική και στυλ με το Luberon. Βέβαια πολύ πριν ανακαλύψουν την περιοχή οι Brangelina, o Ridley Scott και οι εκατομμυριούχοι του κόσμου που απέκτησαν σπίτια ή κάστρα στην περιοχή, εκεί έμειναν και ζωγράφισαν ο Cézanne, o Monet, o Picasso και τόσοι άλλοι. Ήταν ένα μυστικό μέρος για τους avant garde για εκατό χρόνια.

Η κυπριακή Provence εκτείνεται στο οροπέδιο ανατολικά του Ακάμα σε σαράντα τετραγωνικά χιλιόμετρα, σε ένα σύμπλεγμα από επτά χωριά που δημιουργούν μια κοινότητα μερικών χιλιάδων ανθρώπων. Κάθηκας, Μηλιού, Ακουρδάλια, Κρήτου Τέρρα, Δρούσια, Αρόδες, Ίνια είναι η δική μας εκδοχή του Luberon. Με ακούρευτα τα αγριόχορτα στους δρόμους, με πινακίδες των developers άτακτα τοποθετημένες όπου φτάσουν, χωρίς υπαίθριες αγορές, χωρίς αντικερί, χωρίς φούρνους με μυρωδάτο ψωμί, χωρίς pastis και με μπόλικες ακαθαρσίες. Όμως, αν ζήσεις την περιοχή, θα βρεις τις εξωφρενικά πολλές ομοιότητες με την Προβηγκία.

Διαβάζοντας το βιβλίο του Peter Mayle και ζώντας δέκα μήνες τον χρόνο τα σαββατοκύριακα στο οροπέδιο του Ακάμα, είναι λες και ζω σε μικρογραφία την κυπριακή εκδοχή του «A year in Provence». Ο Μυστράς είναι οι παγωμένοι άνεμοι από την Καραμανιά, το pastis είναι το ξινιστέρι, οι εποχές των μανιταριών, του κλαδέματος, το κυνήγι, οι ορδές των επισκεπτών στους καταρράκτες. Πάνω απ’ όλα, όμως, το σκηνικό: Όμορφα περιποιημένα αμπέλια που τους κτυπά ο ήλιος, που ψάχνουν την δροσιά στα ορθόκλαδα κυπαρίσσια. Οινοποιεία παντού με ανθρώπους που σέβονται το χώμα που πατούν, γεύσεις από θυμάρι και δεντρολίβανο, πρώτες ύλες από κρέας και λαχανικά ταυτόσημες με αυτές της Γαλλίας (όχι όμως της Τοσκάνης), τυροκομία, χωρίς στυλ βέβαια, αλλά με τυριά που δεν ξέρεις πως παράγονται στην Κύπρο. Δεκατρείς ταβέρνες όλων των ειδών σε απόσταση δεκαπέντε λεπτών η μια από την άλλη, η μια καλύτερη από την άλλη, σε τιμές που στη Λευκωσία δεν αγοράζεις ούτε KFC. Μέχρι και τρούφα αλλά και μορχέλες, αυτό το πανάκριβο μανιτάρι βρίσκεις τον χειμώνα στα σπίτια του Ακάμα. Οι άνθρωποι δεν ξέρουν ακόμη τι να κάνουν όλον αυτό τον πλούτο της γης τους αλλά ήδη άρχισαν να συνειδητοποιούν πως κάτι συμβαίνει, κάτι πάει καλά και κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι Λευκωσιάτες κατεβαίνουν και ψάχνουν διαμονές, μέχρι και σπίτια για να αγοράσουν. Έχουν να πουν πως οι άνθρωποι της περιοχής είναι χειρότεροι από τα γαϊδούρια που εκτρέφουν. Εγώ συνάντησα ανθρώπους εργατικούς, ανοιχτοχέρηδες, σκληρούς αλλά γελαστούς, ανθρώπους που βγάζουν τροφή από τον βράχο και ξέρουν να σέβονται τη φύση σαν το σπίτι τους. Ανθρώπους, όμως, που διψούν να τους πει το κράτος ποιο είναι το μέλλον τους, ποια είναι η κατεύθυνση της ζωής τους για να πείσουν τα παιδιά τους να μείνουν και να ευτυχήσουν.

Περιμένουν υπομονετικά από την επαρχιακή διοίκηση να μαζέψει τις πινακίδες των developers από τα χωράφια, να τους κουρέψει επιτέλους τα γαμημένα αγριόχορτα στους δρόμους για να μπορούν οι επισκέπτες να περπατούν στο παγκέτο. Περιμένουν από την κυβέρνηση να τους εξηγήσει πώς οι νέες καλοφτιαγμένες πλατείες και τα λιθόστρωτα δρομάκια στα οποία επενδύθηκαν εκατομμύρια τα τελευταία χρόνια θα αποκτήσουν ζωή και θα επιστρέψουν την επένδυση. Όπως πάντα σε αυτόν τον καταραμένο τόπο, μας λείπει το όραμα. Όλα τα άλλα είναι εκεί.

Δημήτρης Λοττίδης
demetris@sppmedia.com 
Twitter: @dlottides

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

SIMILAR

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ