ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
must έποψη
Δημήτρης Λοττίδης

Δημήτρης Λοττίδης

Το editorial του Δημήτρη Λοττίδη για το τεύχος Μαρτίου.

Γράφω αυτό το κείμενο το μεσημέρι της 1ης Μαρτίου 2021. Πρώτη ημέρα της άνοιξης, ένα χρόνο μετά την άφιξη της πανδημίας και εγώ είμαι για μια ακόμη φορά στο σπίτι σε προληπτική καραντίνα ως επαφή της επαφής (ω επαφή), ζώντας σε μια χώρα της «διαφθοράς» με τη μιζέρια να κορυφώνεται σαν σπυρί που μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, έτοιμο να εκραγεί. Και όπως και με τα σπυριά, έτσι και εδώ την ώρα της έκρηξης θα νιώσουμε μια ανακούφιση, αλλά ο πόνος θα έρθει μετά και το σημάδι θα μείνει να μας ακολουθεί.

Αλλάζοντας ύφος, θα ήθελα να καταγράψω μια θετική εμπειρία που έζησα το περασμένο Σάββατο. Ήθελε ο γιος μου να αγοράσει ένα δώρο σ’ ένα φίλο του και πήραμε την απόφαση ως αντροπαρέα (εγώ, ο δεκαεξάχρονος και ο εντεκάχρονος) να κάνουμε θεαματική έξοδο από το σπίτι. Κάτι σαν την έξοδο του Μεσολογγίου μετά από τέσσερεις μήνες πολιορκίας, αλλά στο πιο lifestyle. Θέλοντας να δώσω εμπειρικό χαρακτήρα στη θεαματική (sic) αυτή κίνηση εν μέσω μερικής απαγόρευσης μετακινήσεων, πορευτήκαμε με το αυτοκίνητο προς την Ομήρου, μπήκαμε ξαφνικά στο υπόγειο πάρκινγκ και ένα «ουάου» βγήκε από τα στόματα των μικρών. Παρκάραμε και ο μεγάλος μου γιος, που του αρέσει το design, μου είπε με θαυμασμό «Πρώτη φορά μπήκα σε τόσο καθαρό υπόγειο πάρκινγκ». «Είναι καινούργιο, γι’ αυτό» του απάντησα, θέλοντας να κρατήσω χαμηλά τον πήχη.

Περπατώντας στην ημιτελή πλατεία, τα παιδιά μου, τα οποία, όπως και τα περισσότερα στην ηλικία τους, δύσκολα εντυπωσιάζονται και κατά κανόνα βαριούνται τους περιπάτους, άρχισαν να ρωτούν πληροφορίες. «Πότε θα τελειώσει;», «Δεν ήξερα πως είναι έτσι ωραία», «Ποια είναι αυτή η Χαντίντ, να την ψάξω στο ίντερνετ», και άλλα πολλά παρεμφερή. Ανεβήκαμε πάνω, διασταυρώσαμε και αφού πήραμε το δώρο του φίλου, συνεχίζοντας να τους «πιέζω», τους πρότεινα να πάρουμε σάντουιτς ή κρουασάν από το Paul και να περπατήσουμε στη (νέα) Στασικράτους. Το δέχθηκαν με δυσκολία, και αυτό μόνο επειδή θα είχε καλό φαγητό η υπόθεση. Μπήκαμε στο Paul, νιώσαμε για λίγο Παριζιάνοι, πήραμε και ζεστό ψωμί για τη μαμά και μιλφέιγ για τη γιαγιά, οπλιστήκαμε με σάντουιτς και κρουασάν στο ένα χέρι, ποτά στο άλλο και αρχίσαμε περπάτημα. Η βαριεστημάρα και εδώ γρήγορα εξελίχθηκε σε ενδιαφέρον. Για το τι ωραία που φτιάχτηκε ο δρόμος, πόσος κόσμος περπατούσε, θετικά σχόλια για τα σιντριβάνια και μια γενική αποτίμηση της σύγχρονης ιστορίας της πόλης που είχε εξελίξει το τρίγωνο της Στασικράτους ως τον lifestyle προορισμό τη δεκαετία του 2000. Ήθελαν να μάθουν ποια άλλα έργα είναι σε εξέλιξη στη Λευκωσία, πότε θα τελειώσει η Μακαρίου, τι γίνεται με το «χωράφι» (το παλιό ΓΣΠ). Εκεί τόλμησα να τους αναφέρω πως έπαιζα ποδόσφαιρο και έκανα προπόνηση δέκα χρόνια. Νομίζω πως δεν τους έπεισα. 

Φύγαμε και είχα ένα μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπό μου. Πέρασα ποιοτικό χρόνο με τα παιδιά μου σε μια υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκή πόλη και ένιωσα μερικώς όπως θα ένιωθε ένας Ευρωπαίος στο κέντρο της πόλης του. Στην επιστροφή στο αυτοκίνητο, χωρίς να το συνειδητοποιήσω η σκέψη μου περιπλανήθηκε στο κλίμα των ημερών. Είδα τη νέα υπό διαμόρφωση Κύπρο, τη σύγχρονη, την αισθητικά σωστή, την πράσινη με τους πεζοδρόμους της και σκεφτόμουν «Όχι, ρε γαμώτο, δεν είμαστε μια χώρα διεφθαρμένων κακόγουστων αγροίκων». Γιατί στην Κύπρο για να κάνεις δουλειά στο κτηματολόγιο δεν χρειάζεται να λαδώσεις, για να φτιάξεις μια εταιρεία δεν χρειάζεται να δώσεις φακελάκι, για να σε εγχειρίσουν δεν χρειάζεται να δώσεις μαύρα, για να πάρεις πολεοδομική άδεια δεν χρειάζεται να τραπεζώσεις. Για να πληρώσεις τον φόρο σου δεν θα «πιάσεις» τον φοροτεχνικό. Για να ανοίξεις κατάστημα δεν θα σου ζητήσουν προστασία. Όλα τα πιο πάνω είναι βασικά χαρακτηριστικά των διεφθαρμένων κρατών του νότου που εμείς δεν τα έχουμε. Δεν είμαστε άγιοι, αλλά όχι και μια χώρα διεφθαρμένων. 

Δημήτρης Λοττίδης
demetris@sppmedia.com 
Twitter: @dlottides 

SIMILAR

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ