ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

NEWS

Ανδρέας Μαλάης

O Μάικλ Σνάιντερ το έθεσε εύστοχα και συνάμα κυνικά: «Έχει κανείς άλλος την εντύπωση πως η τηλεόραση τα τελευταία χρόνια περιοδεύει με ένα ‘farewell tour’;» Η αναβίωση παλιών και αγαπημένων κλασικών επιτυχιών θεωρείται από τους περισσότερους ως έλλειψη έμπνευσης και δημιουργίας, ενώ από άλλους αντιμετωπίζεται ως μια απέλπιδα προσπάθεια προσέγγισης του κοινού, μια «πρόχειρη» λύση που επενδύει στην επιτυχία του παρελθόντος για γρήγορο και εφήμερο κέρδος και με μια δοκιμασμένη συνταγή. Στο αντίπαλο στρατόπεδο, είναι και αυτοί που υποστηρίζουν πως «δεν αγγίζουμε τις επιτυχίες». Η αναβίωση μιας επιτυχημένης σειράς μπορεί εύκολα να καταλήξει σε τραγωδία, ακριβώς επειδή η «εντοπιότητά» της στον χωροχρόνο της πρώτης προβολής εγκυμονεί τον κίνδυνο το κοινό να διαπιστώσει την αδυναμία της να σταθεί με αξιώσεις στο παρόν της τηλεοπτικής πραγματικότητας, μιας παγκοσμιοποιημένης πραγματικότητας που δεν συγχωρεί τις εύκολες λύσεις ούτε την προχειρότητα, που δεν έχει υπομονή, αλλά, αντίθετα, αμέτρητες επιλογές. Μπορεί, επομένως, η αναβίωση αυτή να αποτελεί δείγμα… παρακμής, από την άλλη, όμως, μπορεί να αναδειχθεί σε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να δοκιμάσουμε την αντοχή ορισμένων κόνσεπτ που για διάφορους λόγους άλλοτε θεωρήθηκαν σταθμοί στα τηλεοπτικά δρώμενα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η τηλεόραση ως μέσο μαζικής ψυχαγωγίας μετρά λιγότερο από έναν αιώνα ζωής, οπότε οι διαπιστώσεις μας σχετικά με τη διαχρονικότητα ορισμένων πρότζεκτ δεν βρήκαν μέχρι στιγμής γόνιμο έδαφος πειραματισμού.

ΤΟ ΠΑΡAΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟY 

Φυσικά, η τάση αυτή ξεκίνησε από τα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα του εξωτερικού. Εκεί που έλεγες πως δεν θα μπορούσε να βρεθεί ακόμη ένα σωφρονιστικό ίδρυμα από το οποίο θα μπορούσε να αποδράσει ο Μάικλ Σκόφιλντ κι αφού στο τέλος της σειράς (spoiler alert!) πεθαίνει, η σειρά επανήλθε «κατ’ απαίτηση» του φανατικού της κοινού, ανέστησε τον Σκόφιλντ και μάς χάρισε πρόσφατα έναν πέμπτο κύκλο του αγαπημένου «Prison Break» το 2017. Στο ίδιο πλαίσιο και χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις επέστρεψαν ανάμεσα σε άλλα η περίφημη «Δυναστεία», το ασυγχώρητο «Charlie’s Angels» του 2011, το πολύ μέτριο «Fuller House» και το αδιάφορο «Dallas» του 2012, που ομολογουμένως δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν παρά μια δόση νοσταλγίας στους σκληροπυρηνικούς θαυμαστές τους. Πέρα, όμως, από τις αποτυχημένες αυτές απόπειρες, τα τελευταία χρόνια παρακολουθήσαμε και αγαπημένες επιτυχημένες επιστροφές, ανάμεσα στις οποίες και το κλασικό «Will & Grace», το οποίο μετρά ήδη δύο σεζόν, με τη σφραγίδα τριών υποψηφιοτήτων για Χρυσή Σφαίρα, το αριστουργηματικό «Twin Peaks» του Ντέιβιντ Λιντς και την ιδιαίτερη μαύρη κωμωδία «Arrested Development». Βέβαια, δείγμα του πόσο έχει επηρεάσει η νέα αυτή τάση τα τηλεοπτικά δρώμενα είναι και η πρόσφατη δήλωση της Τζένιφερ Άνιστον, η οποία όταν ρωτήθηκε για την τεράστια απήχηση που απολαμβάνουν ακόμη τα «Φιλαράκια» στο Netflix, σκαρφαλώνοντας στην κορυφή των προτιμήσεων του βρετανικού κοινού το περασμένο καλοκαίρι, δήλωσε πως θα ήταν ανοιχτή για την επιστροφή της αγαπημένης σειράς. Κάτι τέτοιο δεν είναι απίθανο, καθώς ο δημιουργός της δημοφιλούς σειράς είναι και ο δημιουργός του «Will & Grace».

ΕΛΛΗΝΙΚH ΝΟΣΤΑΛΓIΑ

Από αυτή τη μόδα δεν θα μπορούσε να γλυτώσει φυσικά και η δική μας τηλεοπτική πραγματικότητα. Για την επόμενη σεζόν, λοιπόν, μας περιμένει αρκετή νοσταλγία και, μιας και είναι η πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια που κλασικές σειρές επιστρέφουν στην ελληνική τηλεόραση, διατηρούμε ακόμη τις επιφυλάξεις μας ως προς το τελικό αποτέλεσμα. Το «Καφέ της Χαράς», λοιπόν, είναι η πιο αναμενόμενη πρόταση της επόμενης σεζόν, αφού το Κολοκοτρωνίτσι των Ρώμα – Χατζησοφιά επιστρέφει από τη συχνότητα του ΑΝΤ1 με επετειακά επεισόδια επ’ ευκαιρία των τριάντα χρόνων του σταθμού. Με σύσσωμο το καστ της σειράς να επανέρχεται, ο Χάρης Ρώμας δήλωσε πως δεν πρόκειται για ριμέικ αλλά για ένα πραγματικό σίκουελ, στο οποίο τη σκυτάλη παίρνει πλέον η νέα γενιά ηθοποιών (βλ. Βάλια – Μανολάκης), με τους κλασικούς ηθοποιούς να λειτουργούν επικουρικά. Με ένα «τριπλό χτύπημα» από τα παλιά επιθυμεί, εξάλλου, να περάσει στον τομέα της μυθοπλασίας και ο ΣΚΑΪ μετά την ριαλιτο- πληξία που έπαθε τα τελευταία χρόνια, επιστρατεύοντας τη Μιρέλλα Παπαοικονόμου για ένα σίκουελ δώδεκα επεισοδίων της κλασικής σειράς του Mega «Λόγω Τιμής», είκοσι χρόνια μετά την πρώτη προβολή της. Και φυσικά δεν περιορίστηκε σε αυτό: ο Αλέξανδρος Ρήγας, μόνος πλέον, ανακαινίζει το «Κόκκινο Δωμάτιο» και για την επόμενη σεζόν παρέα με τη Βαλέρια Κουρούπη φιλοδοξεί να μάς θυμίσει αγαπημένες στιγμές ενός από τα πιο ιδιαίτερα κόνσεπτ της ελληνικής τηλεόρασης. Και για το τέλος, επιστρέφει και η «Πολυκατοικία». Εντάξει, δεν μπορούμε να πούμε πως τρελαθήκαμε με την είδηση, αλλά, όπως δηλώνουν οι συντελεστές, η σειρά δεν θα θυμίζει σε τίποτα την προηγούμενη εκδοχή της. Οι χαρακτήρες θα συστηθούν εκ νέου στο κοινό με διαφορετικές ιστορίες αυτή τη φορά και ανανεωμένο καστ, πλην των σταθερών Χαϊκάλη, Ανδρίτσου, Κουρούμπαλη.

ΓΙΑ ΤΟ ΤEΛΟΣ

Αυτό που ξεκίνησε και επικρατεί αυτή τη στιγμή στον κινηματογράφο, με αναβιώσεις ταινιών που μετρούν ήδη δύο και τρεις εκδοχές (βλέπε το πολύ πρόσφατο παράδειγμα του «A star is born») το εκμεταλλεύεται τώρα η τηλεόραση, επαναφέροντας σειρές που αγαπήθηκαν και, μάλιστα, στο διάστημα λίγο μόνων χρόνων από τη διακοπή τους. Προφανώς, δεν είναι κάτι καινούργιο. Η ιστορία της δραματουργίας απέδειξε ήδη πως η εκ νέου επεξεργασία κλασικών θεματικών μπορεί να «ξεσκονίσει» τις λεπτομέρειες μιας υπόθεσης, φέρνοντάς την στο σήμερα με έναν τρόπο που έχει τη δύναμη να ανανεώσει τον διάλογό της με τις νεότερες γενιές. Το στοίχημα, λοιπόν, της αναβίωσης δεν μπορεί να βασίζεται στην εδραιωμένη οικειότητα των παλαιότερων με συγκεκριμένα κόνσεπτ. Το ριμέικ μιας σειράς θα πρέπει να ανταποκριθεί στην εγρήγορση και τις απαιτήσεις της νέας γενιάς τηλεθεατών, αλλιώς είναι καταδικασμένο, παρά την όποια ποιοτική του αξίωση, να καταλήξει σε ένα θλιβερό μνημόσυνο, στο οποίο οι παλιοί θα θρηνούν για τις χαμένες εποχές της μυθοπλασίας και οι νέοι δεν θα μπορούν να καταλάβουν τον λόγο. Το να απορρίπτεις κάτι που μοιάζει παλιό και αναχρονιστικό είναι εκ προοιμίου αφελές. Εάν οι νεότερες γενιές, όμως, δώσουν μια ευκαιρία στις «χρυσές εποχές» της τηλεόρασης, οι οποίες στην αναβίωσή τους μυρίζουν ναφθαλίνη, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να μιλάμε για το πραγματικό τέλος μιας εποχής.

Πηγή: ΤηλεΏρες

SIMILAR

ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ